Θαλασσινοί κι Απόμαχοι

Για τον Άη – Νικόλα

Μέσ’ του χειμώνα τη σιγή
στήνεται πανηγύρι,
η χάρη Σου με οδηγεί,
σα μέλισσα στη γύρη.

Την ίδια ρότα ξεκινώ,
πάλι «μόλα τα όλα»
το τάμα να σε προσκυνώ,
ναυτίλε Άη – Νικόλα.

Μαζί Σου νιώθω ξενοιασιά,
δίπλα μου στο τιμόνι,
να πάμε για την εκκλησιά,
και στου Θεού τ’ αλώνι.

Των προγόνων μας οι ψυχές
εκεί με περιμένουν,
με τις δικές μου τις σκιές
τη σύναξη σημαίνουν.

Για τα ταξίδια τους μιλούν,
σταυρώνουνε τα χέρια,
και την εικόνα Σου φιλούν
κι ανάβουν αγιοκέρια.

Παλιός κι εγώ ταξιδευτής,
πιστός στο προσκλητήριο,
ευλαβικός προσκυνητής,
μετέχω στο μυστήριο.

Σκύβω το βλέμμα ταπεινό,
μα η ψυχή πετάει,
φτάνει ψηλά στον ουρανό
και η καρδιά σκιρτάει.

Και τον Θεό παρακαλώ,
να ’ρθώ του χρόνου πάλι,
να ξαναζήσω με καλό,
τέτοια χαρά μεγάλη.

Δυο γέροι ναυτικοί

Στη ζωή τους παλικάρια,
τις σκιές τους συναντούν,
με του χρόνου τα σημάδια,
τις φιγούρες τους κοιτούν.

Χέρια σα βουβά δοξάρια,
εις τους ώμους ξαπλωτά,
δάγκωναν τα παλαμάρια,
τώρα δένουν σταυρωτά.

Πέρασαν πενήντα χρόνια,
από τότε που μαζί,
πέταγαν σα δυο γλαρόνια,
κι’ η παρέα ξαναζεί.

Σε ταβέρνα στο λιμάνι,
τα καράβια που περνούν,
να τους κράζουν σε σεργιάνι,
και χαρές να τους ξυπνούν.

Και το δάκρυ αργοκυλάει,
το κρασί γουλιά-γουλιά,
ανεβάζει ξεχειλάει,
της αρμύρας τη λαλιά.

«Για θυμήσου βρε Μιχάλα,
θαλασσόδαρτο πουλί,
με τα μπράτσα τα μεγάλα,
που σε ζήλευαν πολλοί».

«Καπ’ τα Γιώργη γεια χαρά σου,
ήσουνα και συ αετός,
ατσαλένια τα φτερά σου,
γρήγορος και δυνατός».

Τον καλό Θεό δοξάζω,
που με έφερε εδώ,
και στον Πανορμίτη τάζω,
να ξανάρθω να σε δω».

Παλιά θαλασσινά ταξίδια

Για άλλη μια φορά ακόμα ταξιδεύω,
έχω αράξει στην Άπω Ανατολή,
το Φουτζιγιάμα με καμάρι αγναντεύω,
και ξαναζώ όσα αγάπησα πολύ.

Βουνό ηφαίστειο τη φλόγα αναβλύζει,
θρύλος, προσκύνημα αιώνιο, ιερό,
που τήν θεόρατη αγάπη συμβολίζει,
ένα αλλιώτικο ειδύλλιο φοβερό.

Στη γη που άρχοντας ο ήλιος ανατέλλει,
μια γκέισα σε τελετή με προσκαλεί,
να με μυήσει στην ακολουθία θέλει
και μια απόλαυση αιθέρια διαλαλεί.

Είναι στ’ αλήθεια δύσκολο να την πιστέψεις,
με τα φτιασίδια και τα λούσα που φορεί,
μυστήρια η θωριά και πως να το μαντέψεις,
πως για τον γύρο του θριάμβου προχωρεί.

Ακούω πάλι τα γνωστά παλιά τραγούδια,
τις μελωδίες με τη σπάνια μουσική,
βλέπω τους κήπους, τις συνθέσεις με λουλούδια,
μια μαεστρία άπιαστη, μοναδική.

Ιαπωνία σε ποθώ και σε λατρεύω,
απ’ την ψυχή και την καρδιά μου θα στο πω,
όπου και να ’μαι, τη στοργή σου θα γυρεύω,
και σαν αδέλφια μια ζωή θα σ’ αγαπώ.


Ο απόμαχος και η θάλασσα

Τι κι’ αν με γέρασε και τράβηξα πολλά,
φουρτούνες, μπόρες, καταιγίδες και φαρμάκια,
πάντα η σκέψη μου στη θάλασσα κυλά,
και ξαναπαίρνω τα γνωστά μου τα δρομάκια.

Σαν αγναντεύω τα καράβια που περνούν,
με προσκαλούνε, χαιρετίσματα μου στέλνουν,
είναι σειρήνες, που την αίγλη τους κερνούν,
να με μεθύσουνε, για τσούρμο τους με θέλουν.

Βλέπω δεμένα τα περήφανα σκαριά,
όλα φαντάζουν γιορτινά μέσ’ το λιμάνι,
ήσυχες θάλασσες μου τάζουν, ξαστεριά
κι’ όμορφους κόσμους να με πάνε για σεργιάνι.

Πέρα στο βράχο, γι’ άλλους είναι σιγαλιά,
νιώθω το κύμα χάδι και φιλί τ’ αγέρι,
θαλασσοπούλια, που με πρόσχαρη λαλιά
κι’ αυτά με κράζουνε, για να με κάνουν ταίρι.

Γύρω ψηλά στον πελαγίσιο ουρανό,
φίλοι γνωστοί για μια ζωή είναι τ’ αστέρια,
σε έναν κόσμο ήρεμο, παντοτινό,
τα πιο καλόπιστα και ξένοιαστα ασκέρια.

Εις τον αφρό της κάθομαι και τραγουδώ,
αναπολώ τις ομορφιές, χαρές κι’ ελπίδες,
ολονυχτίς στα όνειρά μου θα τη δω,
και όλα σβήνουν κι’ έρχονται σαν ηλιαχτίδες.

Μάγισσα θάλασσα με πλάνεψες πολύ,
χωρίς εσένα δεν μπορώ να ησυχάσω,
όλο μου ρίχνεις τη ζαριά σου την καλή,
κάθε φορά που πάω για να σε ξεχάσω.


Συναντήσεις

Πάντα γινόμαστε παιδιά,
οι φίλοι σαν βρεθούμε
και θυμηθούμε τα παλιά,
που φεύγουν και ποθούμε.

Πρωτοσυναντηθήκαμε
στης γειτονιάς τις στράτες
κι αργότερα βρεθήκαμε
τσούρμο μέσα στις τράτες.

Μες στο σχολειό εστήσαμε
την πιο καλή παρέα,
τότε που όλοι ζήσαμε
ξένοιαστα και ωραία.

Και στο στρατό διδάγματα
κληρούχες μας βαφτίσαν,
καψόνια και πειράγματα
δύναμη μας πότισαν.

Θάλασσες μας μεθύσανε,
γοργόνα η κυρά μας,
σειρήνες μας ξυπνήσανε
τα λάγνα όνειρά μας.

Εδώ κι εκεί σκορπήσαμε,
μας πήγανε οι δρόμοι,
στέκια, πόρτες χτυπήσαμε,
μας βρήκαν ταχυδρόμοι.

Στον άλλο κόσμο κει ψηλά
πάλι θ’ ανταμωθούμε,
έχουμ’ ακόμη πιο πολλά,
να δούμε και να πούμε.


Η παρέα μας

Όλοι οι φίλοι οι παλιοί,
σε μια σειρά καθένας,
ο άλλος κόσμος τους καλεί,
σαλπάρει ένας-ένας.

Μικραίνει η παρέα μας,
όσο περνούν τα χρόνια,
φεύγουνε τα ωραία μας,
γλέντια μεσ’ τα σαλόνια.

Στα σύννεφα εκεί ψηλά,
σε ήσυχο λιμάνι,
θα την αράξουμε καλά,
όπου καιρός δεν πιάνει.

Για πάντοτε θα μένουμε
στο ίδιο το βασίλειο,
έναν Θεό θα έχουμε,
όπως και έναν ήλιο.

Σεργιάνι θά ’ μαστέ μαζί,
στου ουρανού τ’ αλάνια
και ραντεβού στο μαγαζί
«η λάμψη η αιώνια».

Οι βαρκάρηδες

Μάθετε πως μας τιμάει,
που βαρκάρηδες μας λεν.
Ο καθένας μας κατέχει
μια Οδύσσεια κι αντέχει.
Εγνωρίσαμε στον κόσμο
τόπους κι έθιμα πολλά.

Με κωπήλατες σχεδίες
προϊστορική εποχή
φύγαμε απ’ την Ασία,
φθάσαμε στην Αυστραλία
κι ύστερα Πολυνησία
στον μεγάλο Ειρηνικό.

Απ’ τον Τίγρη, τον Ευφράτη
και τη Μεσοποταμιά,
Νείλο, Βόλγα, Έλβα, Ρήνο,
Τάμεση και το Λονδίνο,
Μισισιπή κι Αμαζόνιο
και ωραία Βενετία.

Σε Ανατολή και Δύση
διαβατάρικα πουλιά
μεσ’ τους πάγους, τους κινδύνους
ένα με τους Πιγκουΐνους
σε Βερίγγειο, Μαγγελάνο
κι όλους τους Ωκεανούς.

Κωπηλάτες, γεμιτζήδες
στου χαλκού την εποχή
ταξίδευαν τα καράβια,
μια γεμάτα και μια άδεια
και πλουτίζανε τα κράτη
με ιδέες κι αγαθά

Και οι Σαλαμινομάχοι
με κωπήλατα σκαριά.
Τα μπουρλότα του Κανάρη
με μπροστάρη τον βαρκάρη.
Και στο Ναβαρίνο ακόμα
βοηθήσαν τα κουπιά

Οι σημερινοί οι δρόμοι
που πρωτοπεράσαμε,
λίμνες, ποταμοί, κανάλια,
θάλασσες και τ’ ακρογιάλια
ζωντανεύουν τα όνειρα μας,
τις ελπίδες και σκοπούς.

Και ο ίδιος ο Χριστός μας
σαν πρωτοπερπάτησε,
διάλεγε τούς μαθητές του,
που γινόταν κήρυκες του
απ’ τις βάρκες που περνούσαν
εις τις ακροθαλασσιές.