Στη φύση μας
Σεβαστή μου πρωτομαστόρισσα,
αριστουργήματα οι κόσμοι σου,
δίκαιοι και αλάθητοι οι νόμοι σου,
λάτρης σου έγινα, όταν σε γνώρισα.
Από τον πλάστη μας θείο δώρο,
χιλιάκριβο μας, πλούσιο περιβόλι,
τα αγαθά σου γευόμαστε όλοι,
σε νιώθω πάντοτε δικό μου χώρο.
Μπροστά στο μεγαλείο σου μένω σκυφτός,
και ο νους μου στα ουράνια σε γυρεύει,
το θάμπος και το κάλλος με μαγεύει,
είμαι εραστής σου πολύ πιστός.
Με τι γενναιοδωρία μας προικίζεις!
για μας ο ουρανός με όλα τ’ αστέρια,
η μάνα γη με τ’ ανθρώπινα λημέρια,
και λίγη ευγνωμοσύνη μας δεν γνωρίζεις.
Είναι οι ίδιοι οι δικοί σου άνθρωποι,
που δουλεύουνε για την καταστροφή σου,
αυτοί που έθρεψες με την τροφή σου,
τόσο αδίστακτοι κι’ αδιάντροποι.
Αυτοί που τα νερά σου τους δροσίζουνε,
λεηλατούνε, καίνε και γκρεμίζουνε,
σε βλάπτουνε κι’ ασχήμιες σε γεμίζουνε,
πολλά πικρά φαρμάκια σε ποτίζουνε.
Ανάλγητοι τις ομορφιές σου θάβουνε,
λερώνουνε το ωραίο αρχοντικό σου,
δεν σέβονται το χώρο το δικό σου,
μα όλοι μαζί το λάκκο τους σκάβουνε.

Το παράπονο του δάσους
Μού ’πε το δάσος μια φορά,
με θλίψη και με πόνο,
μ’ αποψιλώνουν στη σειρά,
και χρόνο με το χρόνο.
Στο όμορφο μου το χαλί
σκάβουν και τσιμεντώνουν,
τη φορεσιά μου την κοίλη
λερώνουν και ξηλώνουν.
Ξυλοσανίδες και χαρτιά
το σώμα μου πουλούνε,
με τη δική μου κοκκαλιά
και σάρκα διαλαλούνε.
Υπάρχω, για να ζεις στη γη,
κι όσο με κόβουν, φθίνεις,
είμαι για σένα η πηγή,
που σαν στειρέψει, σβήνεις.
Κι όμως σκληρά με πολεμάς,
με καις, με θανατώνεις,
αχάριστε, πως το τολμάς;
και συ δεν τη γλυτώνεις.
Τα λόγια του σπαράξανε,
ραγίσαν την καρδιά μου,
το νου μου τον ταράξανε,
κι άστραψε η μιλιά μου.
Κι είπα, πιο λίγες μαχαιριές
στα δάση να καρφώνουν,
φύλακες σ’ όλες τις μεριές
με μέτρο να σκοτώνουν.
Καιρός πια να σκεπτόμαστε,
πως να οικοδομούμε,
τα δάση να σεβόμαστε,
και να μην τα χαλούμε.
Κι όπου υπάρχουνε χαρτιά,
να τα ανακυκλώνουν,
αντί ν’ ανάβουν τη φωτιά,
πληγές να επουλώνουν.
Η άνοιξη
Μέσ’ του χειμώνα την αντάρα, το χιονιά,
πάλι η άνοιξη λαμπριάτικη προβάλλει,
διώχνει ο ήλιος και σκορπά την παγωνιά,
φαντάζουνε της φύσης τα περίσσια κάλη.
Τη φορεσιά της ξαναβάζει την καλή,
με τα στολίδια τ’ ακριβά, τα γιορτινά της,
φαίνει κι’ απλώνει τ’ όμορφο της το χαλί,
και με καμάρι κελαηδούν τα πετεινά της.
Τα χελιδόνια ξαναβρήκαν την φωλιά,
χαρούμενα στη γειτονιά μας τριγυρίζουν,
είναι καιρός τους για να φτιάξουν φαμελιά,
και όλο τρέχουν, κουβαλούν και συγυρίζουν.
Λάμπουν ολόγυρα εξωτικά πουλιά,
από μακριά μας βλέπουνε και φτερουγίζουν,
με τη δική τους, τη χαρμόσυνη λαλιά,
νότες χαράς κι’ ελπίδας σ’ όλους μας χαρίζουν.
Σφυρίζουν μέλισσες σαν την οχλοβοή,
σε ένα ξέφρενο δικό τους πανηγύρι,
όλες οργιάζουνε μαζί με μια πνοή,
πασπαλισμένες με των λουλουδιών τη γύρη.
Σ’ αυτό τόν κόσμο, τόν ωραίο, τον τρανό,
Τόν πρωτομάστορη και χορηγό υμνούμε,
φτάνει η ψυχή υψηλά στον ουρανό,
Τον πάνσοφο δημιουργό μας προσκυνούμε.

Ο κήπος μου
Πρωί-πρωί δροσοσταλιά,
το πρώτο μας το χάδι,
τη μέρα φαίνουμε χαλιά,
και όνειρα το βράδυ.
Κοντά του θέλω να βρεθώ
και να τον καμαρώνω,
με το κρασί του να μεθώ,
να ζω και να μερώνω.
Στις στράτες του να περπατώ,
χαρές να μ’ αραδιάζει,
τις λύπες μου που αποκτώ,
να τις διασκεδάζει.
Απλόχερα να τον κερνώ,
διπλά να με πληρώνει,
άρωμα κι’ άνθη σαν περνώ
σκορπά και με μυρώνει.
Μας χαίρονται και τα πουλιά
και τρέχουν να μας δούνε,
σ’ εμάς να χτίσουν τη φωλιά,
για μας να κελαδούνε.
Και κάθε μέρα που κυλά,
ο νους μας φτερουγίζει,
στον Πλάστη μας εκεί ψιλά,
και ύμνους ψιθυρίζει.

Ο τύπος μου
Πολλές φορές στον κήπο μου
πάω να ξαποστάσω,
και συναντώ τον τύπο μου,
την ώρα που θα φτάσω.
Ένα πουλάκι χαρωπά
με διπλοχαιρετάει,
μου γνέφει πως με αγαπά
και μου γλυκομιλάει.
«Μεγάλε μου σ’ ευχαριστώ,
ο ίσκιος σου με φέρνει,
το καλοκαίρι μας ζεστό,
ο καύσωνας με δέρνει».
«Σ’ έμαθα και σε καρτερώ,
να με ποτίσεις πάλι,
στο δροσερό σου το νερό
να λούσω το κεφάλι».
«Μέσα στον κήπο σου κι εγώ
ξένοιαστα καμαρώνω,
μακρι’ από κάθε κυνηγό
έρχομαι και μερώνω».
Κι εγώ δυο λόγια θα του πω
τραγούδι απ’ την ψυχή μου,
μ’ ένα ευλαβικό σκοπό,
τάμα και προσευχή μου.
«Τον πάνσοφο δημιουργό
κι οι δυο μας να υμνούμε,
τον πλάστη μας και χορηγό,
Αυτόν να προσκυνούμε».
