Έχει ο Θεός (Ένα παλιό οδοιπορικό)
Αφ’ του χωριού μου την πηγή, τον ίδιο παίρνω δρόμο,
γιομάτη η στάμνα, που κρατώ γερά πάνω στον ώμο.
Έχει ο Θεός, βρέχει και ποτίζει τους ανθρώπους,
χαρίζει τη ζωή και κυβερνά όλους τους τόπους!
Πάλι διαβαίνω τα γνωστά πέτρινα μονοπάτια,
με τα χτιστά και σκαλιστά στους βράχους σκαλοπάτια.
Έχει ο Θεός, για μας ο ήλιος και τ’ αστέρια,
Να κι οι χαρές ακούγονται στα γραφικά λημέρια!
Κουράστηκα κι απώθεκα, λίγο να ξανασάνω,
στ’ άσπρο πεζούλι ακουμπώ και τον σταυρό μου κάνω.
Έχει ο Θεός, μεγάλα τα ελέη του που λες,
δίδω και παίρνω πρόσχαρα «έχε γεια» αφ’ τις αυλές!
Πάλι ξεκίνησα ν’ ανέβω πιο ψηλά, πιο πάνω,
τα βήματά μου σταθερά κάνω κουράγιο φτάνω.
Έχει ο Θεός, μας σβήνει η δίψα, λάμπει η πάστρα,
χαίρεται και το γιασεμί, βασιλικός και γλάστρα!
Ξένοιαστα τώρα απ’ την αυλή μου καμαρώνω,
βλέπω τριγύρω κι όλη τη σκέψη αφιερώνω.
Έχει ο Θεός, πάνσοφος της ζωής μας χορηγός,
νιώθω κι εγώ περήφανα μικρός δημιουργός.

Χίος
Φιλί της αύρας της στεριάς,
προτού μας δει ο μόλος,
με άρωμα της λεμονιάς,
γλυκιά μου «Μυροβόλος».
Μοιάζεις νησί μου ζωγραφιά
μια έμπνευση μεγάλη,
τέτοια περίσσια ομορφιά,
στον κόσμο δεν είν’ άλλη.
Νεράιδα στην ακρογιαλιά,
νύμφη στο Πελιναίο,
κοχύλι σ’ αποθαλασσιά,
φρεγάτα στο Αιγαίο.
Της Ιωνίας γειτονιά,
του Όμηρου πατρίδα,
των θαλασσόλυκων φωλιά,
ευεργετών κοιτίδα.
Ο δάσκαλος ο Κοραής,
μας οδηγεί ακόμα,
κι ο ευφυέστατος Σουρής
με τ’ άκακο το σκώμμα.
Μαστιχοχώρια ξακουστά,
τα σχίνα σας κεντάνε,
κι αυτά μπριλάντια χυτευτά
κι αρώματα κερνάνε.
Άγια Μαρκέλλα καύχημα,
της Βολισσός καμάρι,
Νέα Μονή διάδημα,
βυζαντινό λυχνάρι.
Ψαρρά τρισένδοξο νησί,
το σπίτι του Κανάρη,
με τους ναυμάχους σου εσύ,
όλοι παιδιά του Άρη.
Αιγνούσα γη αρχοντικών
και καραβοκυραίων,
δασκάλισσα των ναυτικών
και των καπεταναίων.
Βροντάδος με το δασκαλιό,
θεάς και μούσας κτήμα,
αέναο λαμπρό σχολειό,
του ποιητή μας βήμα.
Ωραία μου Καρδάμυλα,
μια φύση προικισμένη,
της ναυτοσύνης άμιλλα,
πρωτιά στην οικουμένη.
Μ’ άρμενο θα ’ρθω και θα βγω
δικός σου αειναύτης,
στο Γιόσωνα και στο Ναγό
σαν νέος Αργοναύτης.

Αιγαιοπελαγίτισσα
Από τη Σμύρνη αρχοντιά
καί λίκνο το Αιγαίο,
έκλεψες κι απ’ τη Βενετία
το γούστο το πηγαίο.
Ο πελαγίσιος ουρανός
ολούθε το φεγγάρι,
κι ο ήλιος του ο φωτεινός
σε προίκισαν τη χάρη.
Η θάλασσα, μια με ορμή
σε κυνηγά σαν κλέφτης
και σου σμιλεύει το κορμί,
μια της καρδιάς καθρέφτης.
Κι ο μπάτης, χάδι απαλό
χτενίζει τα μαλλιά σου,
και σου σκορπά γιαλό-γιαλό,
άρωμα στα φιλιά σου.
Νησιώτισσά μου λυγερή
στείλε με περιστέρι,
σ’ αυτόνε που σε καρτερεί,
τον έρωτα να φέρει.
Αιγαιοπελαγίτισσα,
του Ποσειδώνα γέννα,
πόσες φορές ξενύχτησα
και πόνεσα για σένα;

Αιγιοπελαγίτικο γλέντι
Του Ανατολικού Αιγαίου τα παιδιά
όμορφο γλέντι και χορό εστήσανε,
που άναψε κάθε ανθρώπινη καρδιά,
κι όλοι οι πρόγονοί τους εξυπνήσανε.
Όμηρος, Πυθαγόρας και ο Πιττακός
έβλεπαν σκεφτικοί τα ξεφαντώματα,
Σαπφώ, Αρίων, κι ο Αλκαίος – λυρικός
τραγούδαγαν μέχρι τα ξημερώματα.
Σμίξανε και της Ιωνίας οι ωδές,
γέμισε όλ’ η σάλα από μεράκι,
πρωτομαέστροι στων οργάνων τις χορδές
κι ολόδροσο πελαγίσιο αεράκι.
Να κι ο Θεόφιλος με τα πινέλα του
διάλεξε πόστο τον πίνακα να στήσει,
βρήκε μέσα στην πίστα τα μοντέλα του,
τους μερακλήδες να αποθανατίσει.
Σαν είπε η παρέα να ξεκουραστεί,
έμεινε στην ορχήστρα ένα δοξάρι,
νανούρισμα της λύρας να ακουστεί,
κι ολόγλυκα ο ύπνος να τους πάρει.

Χωριό μου
Γκρίζα στο βάθος τα βουνά αδελφωμένα
ορθώνονται ψηλά μέχρι τον ουρανό,
όλα τους σμίγουνε αρμονικά δεμένα
κι ο ήλιος τα χρυσώνει κάθε πρωινό.
Πάνω ο ουρανός μ’ αγάπη σε σκεπάζει,
πέρα η θάλασσα απλώνεται πλατιά,
το κύμα, μια χτυπά τους βράχους και κοπάζει
και μια χτενίζει απαλά την αμμουδιά.
Και κάτω το χαλί, το χρυσοκεντημένο
ξαπλώνεται μεσ’ τα λαγκάδια, τις πλαγιές
χάρμα ματιών, το σκηνικό καλοστημένο
και φτάνει μέχρι τα σπιτάκια, τις αυλές.
Κάθε φορά που ζω στα μέρη τα δικά σου
νιώθω μια δύναμη και μοιάζω να πετώ
και ξαναβρίσκω τη χαρά στα σωθικά σου,
στα χώματά σου χαίρομαι να περπατώ.
Κτυπούν καμπάνες εκκλησιές και εξωκλήσια
φάροι της πίστης που φεγγοβολούν μακριά.
Φαντάζουν όλα σαν μια αίγλη παραδείσια
κι ολόγλυκα να σου χαϊδεύουν την καρδιά.
