Έτσι είναι η ζωή μας
Σπάνιες πτυχές δημιουργεί η φτώχεια και ο πόνος,
θρύλος και έμπνευσης πηγή κάθε μεγάλος πόθος,
τρανά τραγούδια μας κερνά η στέρηση κι ο μόχθος,
γίγαντας γίνεται η ψυχή, έστω κι αν μείνεις μόνος.
Μοιάζει η γαλήνη όαση, σωσίβιο λαμπερό,
σαν διαδέχεται τη μπόρα και την καταιγίδα.
Και είναι διαμάντι μονάκριβο η ηλιαχτίδα,
που προβάλλει από ουρανό μαύρο και ζοφερό.
Δεν ξεχειλούν οι καρδιές με κάτι καθημερινό,
ακόμη κι όταν στη ζωή τίποτα δεν μας λείπει.
Έτσι είναι δυστυχώς, ύστερα από κάποια λύπη
βλέπεις υπέρλαμπρο κι αλλιώτικο το αυγερινό.
Τά πάθη τα φρικτά με τη μαρτυρική σταύρωση,
ακολουθεί η λαμπρή του Χριστού μας Ανάσταση,
το ανέσπερο φως, η στους ουρανούς μετάσταση,
και για μας ο λυτρωμός κι η ψυχική ανάρρωση.
Με αγώνες και θυσίες έρχεται η λευτεριά.
Και ο Θεάνθρωπος με ταπείνωση και χλευασμό,
κέρδισε δόξα και τιμή και αιώνιο σεβασμό.
Μέσα απ’ το πυκνό σκοτάδι βγαίνει η ξαστεριά.
Για μας είναι και οι μπόρες, ίσως κι ένα ναυάγιο,
τό γέλιο, η χαρά, το κλάμα κι ο αναστεναγμός,
το καλωσόρισμα, το κατευόδιο κι ο μισεμός.
Κι όλα μαζί είναι η ζωή μας, καλό κουράγιο.

Χριστούγεννα
Χριστούγεννα σ’ όλη τη γη
κι οι ουρανοί γιορτάζουν,
ντύσου μ’ αγάπη και στοργή,
στολίδια που φαντάζουν.
Άσε το νου σου, να σταθεί
μπροστά στη θεία φάτνη
και τη καρδιά να ζεσταθεί,
να λιώσει η κρύα πάχνη.
Άπλωσε χέρι κι αγκαλιά
στη στέρηση, τον πόνο,
στον άρρωστο γλυκιά λαλιά,
μην τον αφήνεις μόνο.
Ζήσε και συ διπλή χαρά,
απ’ όλες πιο μεγάλη,
με τη δική σου προσφορά
δεν σου τη δίδουν άλλοι.
Τέτοιες χαρές να στρατευτούν,
κι οι κόσμοι μας ν’ αλλάζουν,
τη φτώχεια να αφουγκραστούν,
κι ελπίδες να σταλάζουν.
Κι όλα του κόσμου τα παιδιά
μαζί να τραγουδούνε,
μιας άνοιξης παρηγοριά,
λουλούδια που θ’ ανθούνε.

Για ποια ευτυχία μιλάμε;
Πόσο μπορούμε νάμαστε ευτυχισμένοι,
δίπλα μας πόνος, φτώχια, βαρυχειμωνιά,
με όσα λάμπουν μοναχά παγιδευμένοι,
δίχως να νιώθουμε συμπόνια κι ανθρωπιά;
Πόσο αξίζει νάμαστε οι «βολεμένοι»,
σ’ αυτό τον άδικο και ξέφρενο ντουνιά,
στις απολαύσεις, στη χλιδή παραδομένοι
και στη ζωή μας μόνιμα η απονιά;
Πόσο μετράνε τα αστραφτερά σαλόνια,
τα φαγοπότια και τα γλέντια τα τρελά,
χωρίς την παραδείσια αίγλη την αιώνια,
και σ’ έναν κόσμο που για μας δε θα γελά;
Πόσο φελάνε πλούτη, σπίτια και παλάτια,
δίχως αγάπη, σεβασμό και προσφορά,
όσο ψηλά και ν’ ανεβούμε σκαλοπάτια,
αν δεν γευτούμε την πραγματική χαρά;
Πόσο μορφώνουν τη ψυχή τα μεγαλεία,
τίτλοι, διπλώματα και οι περγαμηνές,
αφού κερδίζεις την ουράνια βασιλεία,
μόνο με στράτες δύσκολες και ταπεινές;

Τούρκος και Έλληνας
Μ’ ένα Ρωμηό κουβέντιαζα,
μού ’λεγε μια αλήθεια,
στα μάτια τον εκοίταζα
και μ’ άγγιζε στα στήθια.
«Τον Τούρκο και τον Έλληνα
με τη δουλειά δεμένους,
στη ξενιτειά που έμεινα,
είδα αδελφωμένους».
«Μαζί κοπιάζαν κι έσκαβαν
σκυφτοί στ’ ανήλια άντρα,
για μια ανάσα ξέκοβαν
πάνω σε κάποια μάντρα».
«Τη μέρα στήναν σίδερα
με κρύο και λιοπύρι,
τα βράδια τους απόμερα
μέσα σ’ ένα τσαντίρι».
«Φτωχά παιδιά αντάμωναν,
τους ένωνε η μοίρα,
μεσ’ τα καράβια γάζωναν
του πόντου την αλμύρα».
«Αντάμα πάντα ζούσανε
τις λύπες και τις μπόρες,
μ’ ένα ποτό ξεχνούσανε
κι ομόρφαιναν τις ώρες».
«Κι όλο για τις φαμέλιες τους
ρωτούσαν, συζητούσαν,
σταυρώνανε τις έγνοιες τους,
χαιρόταν, συμπονούσαν».
Είπα κι εγώ «Αφέντες μας,
όχι άλλους πολέμους,
να ζήσουν οι λεβέντες μας
σε ήσυχους ανέμους».
«Αντί κανόνια, φάμπρικες,
έργα, δουλειά, βαπόρια,
με της ειρήνης σάλπιγγες
κορίτσια και αγόρια».
«Κι όλοι μαζί να σμίγουμε,
κόπους, καημούς και κέφια
ίδιο κρασί να πίνουμε,
να γίνουνε αδέλφια».

Η εποχή μας η τρελή
Την εποχή μας την τρελή
γράφει η ιστορία,
παράδεισο αποτελεί
μια πλάνα ευφορία.
Καθένας θέλει να μιλά
για «ευτυχία» μόνο,
κοιτά αυτό που του γελά,
περιφρονεί τον πόνο.
Το χρήμα δεν ξοδεύουν πια
στη στέρηση, τη θλίψη,
γιατί σπανίζει ανθρωπιά,
συμπόνια έχει λείψει.
Τη φτώχια ήρθε ο καιρός
όλοι ν’ αφουγκραστούμε,
ν’ αρχίσουμε εδώ και μπρος,
ανθρώπινα να ζούμε.
Όχι στο μίσος, την οργή,
αντάμα να βρεθούμε
με προσφορά και με στοργή,
«Αλλήλους ν’ αγαπούμε».

Είναι ο κόσμος άβυσσος
Είναι ο κόσμος άβυσσος
κι αλλόκοτες οι στράτες,
πολύ ψηλά ο παράδεισος,
κι εμείς φτωχοί διαβάτες.
Έχει πολλές ανηφοριές
δύσβατα μονοπάτια
συχνά στητές κακοτοπιές
κι άβολα σκαλοπάτια.
Μοιάζει με θάλασσες πλατιές,
πού ’χουν φουρτούνες, μπόρες,
ναυάγια και λαβωματιές,
και δύσκολες οι ώρες.
Θέλει κουράγιο να διαβείς,
φτάνεις κάπου στη μέση,
και ψάχνεις πάλι για να βρεις,
μια όποια άλλη θέση.
Όμως σ’ αυτή την απονιά
μη σταματάς, προχώρα,
μη σ’ εύρει και η παγωνιά,
και δύσεις πριν την ώρα.

Πλούτος θα πει
Πλούτος θα πει νά ’χεις ψυχή
μ’ αγάπη στους ανθρώπους,
το χρήμα μόνο δεν αρκεί,
χρειάζεσαι άλλους τρόπους.
Πλούτος θα πει διπλή χαρά,
που νοιώθεις, όταν δίνεις,
είν’ η δική σου προσφορά,
ποτίζεις, για να πίνεις.
Πλούτος θα πει παρηγοριά,
με λόγια, π’ ανεβάζουν,
τη πονεμένη την καρδιά
και τη διασκεδάζουν.
Πλούτος θα πει στερέωμα,
γεμάτο γαλαξίες
ψάχνεις μέχρι ξημέρωμα
και βρίσκεις τις αξίες.
