Η μάνα μας πατρίδα σας ευγνωμονεί
Τιμή και δόξα σας λαμπρά μας παλικάρια
οι ήρωές μας, του Σαράντα τα παιδιά,
στου Λεωνίδα περπατήσατε τα χνάρια
και πολεμήσατε για την ελευτεριά.
Αστέρι φωτεινό και το εικοσιένα,
ο Γέρος του Μόριά που σας καθοδηγεί,
για σας καθήκον ύψιστο μονάχα ένα,
αγώνας ιερός, Θεός τον ευλογεί.
Εσείς εμπνεύσατε μυριόστομα τραγούδια,
της δόξας και της νίκης άξιοι εραστές,
σας στεφανώνουμε με δάφνες και λουλούδια,
αθάνατοι, καταξιωμένοι, νικητές.
Με κάθε νίκη σας πλημμύριζαν οι δρόμοι,
παιάνες με ζητωκραυγές και μια φωνή,
μια λαοθάλασσα μαζί κι οι αστυνόμοι,
παλμός και ιαχή θριάμβου να δονεί.
Ακλόνητοι σταυραετοί μας στους αιθέρες,
ορθώσατε τ’ ατσάλινά σας τα φτερά,
δεν σας εσκιάσαν οι ρουκέτες και οι σφαίρες,
για των προγόνων μας τα ήθη τα ιερά.
Κι εσάς υμνούμε σεβαστές μας ηρωίδες,
λεβεντομάνες, νοσοκόμες αδελφές,
εσάς που γράψατε ολόχρυσες σελίδες,
στης Πίνδου τις πλαγιές και τις βουνοκορφές.
Μακριά απ’ τον πόλεμο μανάδες και κοπέλες,
μέσα στις πόλεις τον αγώνα ξεκινούν,
έχουν αφήσει τα κεντήματα, κορδέλες,
για του στρατιώτη τη φανέλα ξαγρυπνούν.
Ναύτες ατρόμητοι και σεις παιδιά του Άρη,
των Σαλαμινομάχων, του Θεμιστοκλή,
του λιονταρόψυχου -πυρπολητή Κανάρη,
και του Μιαούλη και του Παπανικολή.
Όταν η μαύρη η σκλαβιά παντού χρονίζει,
κι’ όλη η δόλια μας Ελλάδα καρτερεί,
το ναυτικό μας τη σημαία σεργιανίζει
και σ’ άλλες χώρες νικηφόρο προχωρεί.
Και σεις ατράνταχτοι γενναίοι ναυτικοί μας,
μεσ’ του πολέμου την αντάρα, το χαμό,
σε εκατόμβες για την πίστη τη δική μας
εξεψυχίσατε στον πάτριο βωμό.
Λεν σας φοβίσανε τορπίλες και κανόνια,
τα ναρκοπέδια και οι βομβαρδισμοί,
τα δύσκολα κι εφιαλτικά εκείνα χρόνια,
που τα ταξίδια ήτανε ηρωισμοί.
Αιώνια μνήμη σοις λεβέντες μαχητές μας,
κάθε γενιά το έπος σας θα εξυμνεί,
για σας ενώνουμε ψηλά τις προσευχές μας,
κι η μάνα μας πατρίδα σας ευγνωμονεί.

Ελλάδα
Διαλαλούνε στον κόσμο σειρήνες
την τρανή μυθική σου δόξα,
διάχυτα, της σοφίας πυρήνες,
του πολιτισμού σου τα τόξα.
Αιώνια πολιτισμού κοιτίδα,
χώρα δαφνοστεφανωμένη,
σ’ είσαι η φωτοδότρια αχτίδα,
στην ιστορία ξακουσμένη.
Έχεις για κτήμα τον Παρθενώνα,
κορώνα, λείψανο ιερό,
και καύχημα τον χρυσό αιώνα,
που μένει αστέρι λαμπερό.
Τη λευτεριά πιστά διαφεντεύεις
και το λαμπρό το παρελθόν σου,
σαν δίκαιο νόμο το ερμηνεύεις
και τόχεις πάντα οδηγό σου.
Κι αν κάποτε θα σε καταπατήσουν
βάρβαροι εχθροί και ταπεινοί
ολόρθια πάλι θα στηθείς γιατ’ ήσουν
είσαι και θάσαι παντοτεινή.

Προσκύνημα στην Πόλη
Μνήμες του πόνου σας κρατώ
και δάκρυα να ποτίσω
τα χώματα που περπατώ,
τιμή να αποτίσω.
Σκύβω στην κάθε εκκλησιά
με ταπεινό το χέρι
και στην καρδιά μου ζεστασιά,
ν’ ανάψω αγιοκέρι.
Μαγεύει η Αγιά Σόφιά
μιας αίγλης το ταξίδι,
θαύμα, αιώνια ζωγραφιά,
βυζαντινό στολίδι.
Πυρσός αείφωτος, λαμπρός
στέκεται το Φανάρι,
θεσμός της πίστης ιερός,
του Γένους μας καμάρι.
Περήφανα αρχοντικά
ακόμα λουλουδίζουν,
μας χαιρετούν νοσταλγικά,
δόξες παλιές θυμίζουν.
Λυσσάξαν βάρβαρες ορδές,
για να σας κατακτήσουν,
τώρα του κόσμου οι γενιές
τρέχουν να προσκυνήσουν.
