Εσύ που θύμωσες, γι’ αυτούς που σε φώναξαν,
το «ασχημόπαπο», που γρήγορα γερνά,
όσα κατόρθωσες, τον μύθο τον αλλάξαν,
κι ευλογημένο σε βαφτίσαν στα στερνά.
Εσύ που όρθωσες τ’ ατσάλινά σου στήθια,
για να παλέψεις για την άγια λευτεριά,
δεν σε ελύγισε ο πόλεμος στ’ αλήθεια
και δεν εσίγησες σκυφτό σε μια μεριά.
Εσύ π’ αψήφησες των κανονιών τις μπόρες,
και νίκησες με τις στρατιές σου τον εχθρό,
περήφανο ξαναπερπάτησες τις χώρες,
δεύτερο θαύμα στης ειρήνης τον καιρό.
Εσύ που άντεξες σαν άξιο παλικάρι,
σ’ ένα εφιαλτικό και πύρινο ουρανό,
μας εσεργιάνισες μ’ ένα κρυφό καμάρι,
σε άλλο κόσμο ήσυχο και γιορτινό.
Εσύ στον πόλεμο «αλώσιμο μιας χρήσης»,
«ένα ταξίδι σου θα ήταν αρκετό»,
πείσμωσες κι έμεινες το χρόνο να μετρήσεις,
σαν σκληροτράχηλο σκαρί και δυνατό.
Εσύ που άρπαξες στα χέρια σου τη δάδα,
και έγινε η θάλασσα για μας πρωτιά,
σ’ όλο τον κόσμο κουβαλούμε την Ελλάδα,
δικό σου καύχημα, δική σου λεβεντιά.
Εσύ μας έγινες η δεύτερη πατρίδα,
ένα φιλόξενο κι ωραίο σπιτικό,
ανάσα στη φαμέλια μας, χρυσή ελπίδα,
μια άνοιξη και στο δικό μας ριζικό.
Κι εμείς σεμνά και ταπεινά σ’ ευγνωμονούμε,
τιμή και δόξα και αιώνιο σεβασμό,
αυτούς που σ’ έκτισαν και σ’ έζησαν υμνούμε,
και σ’ αγαπούμε όλοι δίχως τελειωμό.

