Γατομαχίες
Χειμώνα, κουτσοφλέβαρο
του έρωτα σειρήνες,
ξεχύνονται σαν χείμαρρο,
οι τρυφερές ψιψίνες.
Μάχες σκληρές στη γειτονιά
ψηλά στα κεραμίδια,
σάλος μέσα στην παγωνιά
και τρίζουν τα σανίδια.
Ξεσπάθωσαν τ’ αρσενικά,
ποιό θα επικρατήσει,
και καρτερούν τα θηλυκά,
ποιος θα τα κατακτήσει.
Ο γάτος μας μεγάλωσε,
και στο ψητό ορμάει,
μα ο παππούς τον μάλωσε
βρισιές του ξεστομάει.
«Είμ’ αρχηγός εγώ εδώ,
δικό μου όλο το σόι,
κοίταξε μην σε ξαναδώ,
μικρούλη καουμπόη».
«Είσαι πολύ σκληρός παππού,
που τά ’ βαλές με μένα,
ο έρωτας δώρο Θεού
δεν είν’ μόνο για σένα».
Τον συμπαθούνε τα γατιά
τον νεαρό το γάτο,
μ’ αυτός που έχει την πρωτιά,
παίζει το συνδικάτο.
Στριμώχθηκε ο εγγονός,
σε μια γωνιά καλμάρει,
στ’ αυτί του είπε κι ο νονός,
«κάποτε θα ρεφάρει».

Ο κόκορας
Ένας κόκορας βαρβάτος,
με φιγούρα σμιλευτή,
ώριμος και κοτσονάτος,
θέλησε να παντρευτεί.
Ακολούθησε μια κότα,
που κουνούσε την ουρά
και της άλλαξε τη ρότα
να την έχει για κυρά.
Ομορφούλης στην παρέα
τον ζηλεύανε πολλοί,
κι άλλη κότα κούκλα ωραία
στην αυλή της τον καλεί.
Τον μαντρώσανε τον γόη,
προτού το καλοσκεφτεί,
κι ένας μπάτσος απ’ το σόι
του ψιθύρισε στ’ αυτί.
«Δεν μπορείς εσύ να ζήσεις
στη δική μας γειτονιά,
στο τσαρδί σου να γυρίσεις
κι άδειασέ μας τη γωνιά».
Έρμος και ταπεινωμένος
στο κοτέτσι του γυρνά,
σιωπηλός και ντροπιασμένος
κι η καλή του τον κερνά.
«Σου την είχανε στημένη
τα παράνομα φιλιά,
ανοιχτή σε περιμένει
η δική μου αγκαλιά».

Ο λαγός και η χελώνα
Ο λαγός και η χελώνα,
σ’ όλους μας πολύ γνωστοί,
απ’ του Αίσωπου τα χρόνια,
είχαν γίνει ξακουστοί.
Το πρωτάθλημα στο δρόμο
ξεκινήσανε μαζί,
μόνοι δίχως τροχονόμο
και ο μύθος ξαναζεί.
Ο γοργόποδος καλπάζει,
κάπου πίσω του κοιτά,
το καβούκι απουσιάζει,
κι από τη χαρά σκιρτά.
«Που η δόλια να ρεφάρει,
ίσα-ίσα θα κουνά.
Άσ’ τον ύπνο να με πάρει,
πάλι δεν με προσπερνά».
Κούτσα-κούτσα η χελώνα
χωρίς να ξεκουραστεί,
φτάνει πρώτη, στον αγώνα
νικητής να παραστεί.
Ξύπνησ’ ο λαγός, πετάει,
σίφουνας, μα δε νικά,
τη χελώνα συναντάει,
που του λέ ειρωνικά.
«Όποιος βιάζεται σκοντάφτει,
ψηλομύτη και κουτέ,
σου το έλεγα κουρλάφτη,
κάλλι’ αργά παρά ποτέ».

Πυρ, γυνή και θάλασσα
Λένε τα τρία τα θεριά
και όμως δεν τρομάζεις
βρίσκεις την πιο καλή μεριά
θωπεύεις, αγαλλιάζεις.
Λαίλαπα είναι η φωτιά,
μα όταν τη δαμάζεις,
τι πλούτος και τι ζεστασιά!
Τόσα καλά αραδιάζεις.
Γυναίκα, Μάνα, Παναγιά,
γλυκά που αγκαλιάζεις!
Αλλά και την κακοτοπιά
στο νου πάντα τη βάζεις
Πλούσια η θάλασσα σοδειά,
γαλήνια να ξενοιάζεις.
Σαν πιάσει η κακοκαιριά,
με δράκο παρομοιάζεις.
Μάθε να ζεις με τα Θεριά
και να διασκεδάζεις.
Είν’ η ζωή μας ρε παιδιά,
τον κόσμο δεν αλλάζεις.

Σκυλιά ανέρωτα
Σκυλιά ανέρωτα που σεργιανάν δεμένα,
που τα σπιτώνουν, σ ’ αγκαλιές κυκλοφορούν.
Νοιώθω πως όλα είναι τόσο πονεμένα,
ζωή αφύσικη να σμίξουν δεν μπορούν.
Όλοι μας πρέπει ν αγαπούμε τα σκυλάκια,
πανέξυπνα ζωάκια τόσο φιλικά,
μα σαν γεμίζουνε τους δρόμους σκατουλάκια
να τα μαζεύουν πάντοτε τ’ αφεντικά.
Ακούω κάθε τόσο να διαλαλούνε
για κακοποίηση τους πρόστιμα βαριά,
όμως παράδοξα μαζί να μην μιλούνε,
για καθαριότητα, υγεία κι αρχοντιά.

Στο φίλο μας Μιχάλη
Φίλε μας Μιχάλη
μεσ’ την παραζάλη
θα στο πω και πάλι
το δικό μου χάλι.
Είσαι αστυνόμος,
για εμένα όμως
δεν υπάρχει νόμος
ούτε ιπποκόμος.
Λέγε με αλήτη.
Μη μου πιάσεις μύτη.
Ζω εγώ στο σπίτι
του Δρομοκαΐτη!
